στο λεξικό PONS
δείκτης [ˈðiktis], δείχτης [ˈðixtis] SUBST αρσ
1. δείκτης (σε μηχάνημα, ρολογιού):
- δείκτης
- Zeiger αρσ
- δείκτης λαδιού
- Ölstandsanzeiger αρσ
2. δείκτης (ενδεικτικός αριθμός) ΟΙΚΟΝ:
- δείκτης
- Index αρσ
- δείκτης ατυχημάτων
- Unfallziffer θηλ
- γενικός δείκτης ΟΙΚΟΝ
- Gesamtindex αρσ
- δείκτης γεννητικότητας
- Geburtenrate θηλ
- δείκτης γεννητικότητας
- Geburtenziffer θηλ
- δείκτης θνησιμότητας
- Sterbeziffer θηλ
- δείκτης προστασίας (σε αντιηλιακή κρέμα)
- Lichtschutzfaktor αρσ
- δείκτης λιανικών τιμών
- Einzelhandelspreisindex αρσ
- δείκτης νοημοσύνης
- Intelligenzquotient αρσ
- δείκτης Ντάου-Τζόουνς
- Dow-Jones-Index αρσ
- δείκτης μετοχών
- Aktienindex αρσ
- Γερμανικός Δείκτης Μετοχών
- Deutscher Aktienindex αρσ
- Γερμανικός Δείκτης Μετοχών
- Dax αρσ
- Περιεκτικός Δείκτης Μετοχών των Φαϊνάνσιαλ Τάιμς
- Aktienindex αρσ der Financial Times
- δείκτης παραγωγικότητας ΟΙΚΟΝ
- Produktivitätskennzahl θηλ
- δείκτης πληθωρισμού
- Inflationsindex αρσ
- δείκτης ριζικού ΜΑΘ
- Wurzelexponent αρσ
- δείκτης τιμών
- Preisindex αρσ
- δείκτης τιμών χονδρεμπορίου
- Großhandelsindex αρσ
- δείκτης τιμών χρηματιστηρίου
- Börsenindex αρσ
3. δείκτης (οδικός):
- οδικός δείκτης
- Straßenschild ουδ
- οδικός δείκτης
- Wegweiser αρσ
4. δείκτης (δάχτυλο):
- δείκτης
- Zeigefinger αρσ
δείκτης SUBST
- δείκτης ΧΗΜ
- Indikator
δείκτης SUBST
- δείκτης ΧΗΜ
- Indikator
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- δείκτης αρσ κεφαλαιοποίησης
- Kapitalisierungsfaktor αρσ
- δείκτης αρσ νοημοσύνης
- Intelligenzquotient αρσ
- δείκτης θηλ πλαστικότητας ΓΕΩΛ
- Plastizitätszahl θηλ
- δείκτης αρσ πληθωρισμού
- Inflationsindex αρσ
- δείκτης αρσ διάθλασης
- Brechungsindex αρσ