στο λεξικό PONS
I. περιορί|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [pɛriɔˈrizɔ] VERB μεταβ
1. περιορίζω (περικλείνω μέσα σε όρια):
- περιορίζω
- begrenzen
2. περιορίζω (ελαττώνω, μετριάζω):
- περιορίζω
- einschränken
3. περιορίζω (χαλιναγωγώ):
- περιορίζω
- zügeln
II. περιορίζομαι VERB αυτοπ ρήμα
- περιορίζομαι σε κάτι
- sich auf etw αιτ beschränken
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- περιορίζω κάτι στο ελάχιστο
- etw αιτ auf ein Mindestmaß begrenzen