στο λεξικό PONS
δαπαν|ώ <-άς, -ησα, -ήθηκα, -ημένος> [ðapaˈnɔ] VERB μεταβ
1. δαπανώ (ξοδεύω):
- δαπανώ
- ausgeben
2. δαπανώ (καταναλώνω):
- δαπανώ
- verbrauchen
3. δαπανώ (σπαταλώ):
- δαπανώ
- verschwenden
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.