στο λεξικό PONS
απαράδεκτ|ος [apaˈraðɛktɔs], απαράδεχτ|ος [apaˈraðɛxtɔs] <-η, -ο> ΕΠΊΘ
- απαράδεκτος
- unannehmbar
- το φέρσιμό του ήταν απαράδεκτο!
- sein Benehmen war unmöglich!
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.