στο λεξικό PONS
πίνακας [ˈpinakas] SUBST αρσ
1. πίνακας (μαυροπίνακας, πλάκα):
- πίνακας
- Tafel θηλ
- πίνακας ανακοινώσεων
- schwarzes Brett ουδ
- μαγνητικός πίνακας
- Magnettafel θηλ
- μαγνητικός πίνακας
- Hafttafel θηλ
- πίνακας σεμιναρίου
- Flipcharttafel θηλ
- πίνακας τιμών
- Preistafel θηλ
2. πίνακας (σε βιβλίο: συστηματικός, επεξηγηματικός):
- πίνακας
- Tabelle θηλ
- περιοδικός πίνακας στοιχείων
- Periodensystem ουδ der Elemente
3. πίνακας (κατάλογος):
- πίνακας
- Verzeichnis ουδ
- πίνακας περιεχομένων
- Inhaltsverzeichnis ουδ
- πίνακας δρομολογίων (τρένου, λεωφορίου)
- Fahrplan αρσ
4. πίνακας (ταμπλό με διακόπτες):
- πίνακας
- Schalttafel θηλ
5. πίνακας (έργο ζωγραφικής):
- πίνακας
- Gemälde ουδ
- πίνακας
- Bild ουδ
- ηθογραφικός πίνακας
- Genrebild ουδ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- πίνακας αρσ διακοπτών
- Schalttafel θηλ
- πίνακας αρσ δρομολογίων
- Fahrplan αρσ
- πίνακας αρσ μεταθέσεων
- Permutationsmatrix θηλ
- πίνακας αρσ ασφαλειών
- Sicherungstafel θηλ
- πίνακας αρσ επικοινωνίας ΑΕΡΟ
- Kommunikationsschaltbrett ουδ