στο λεξικό PONS
I. συναγωνί|ζομαι <-στηκα> [sinaɣɔˈnizɔmɛ] VERB αποθ ρήμα μεταβ (ανταγωνίζομαι)
- συναγωνίζομαι κάποιον
- mit jdm konkurrieren/wetteifern
- συναγωνίζονται για …
- sie wetteifern um +αιτ
- συναγωνίζομαι κάτι στην ποιότητα
- in der Qualität mit etw mithalten
II. συναγωνί|ζομαι <-στηκα> [sinaɣɔˈnizɔmɛ] VERB αμετάβ (είμαι σύμμαχος)
- συναγωνίζομαι
- zusammen kämpfen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- συναγωνίζομαι κάποιον
- mit jdm konkurrieren/wetteifern
- συναγωνίζομαι κάτι στην ποιότητα
- in der Qualität mit etw mithalten