στο λεξικό PONS
ρόδιν|ος <-η, -ο> [ˈrɔðinɔs] ΕΠΊΘ
1. ρόδινος (από τριαντάφυλλα):
- ρόδινος
- Rosen-
2. ρόδινος (για χρώμα):
- ρόδινος και μτφ
- rosig
- τα βλέπω όλα ρόδινα
- alles durch die rosa Brille sehen
- ρόδινες προοπτικές
- rosige Aussichten θηλ πλ
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.