στο λεξικό PONS
I. πλ|ένω <-υνα, -ύθηκα, -υμένος> [ˈplɛnɔ] VERB μεταβ
1. πλένω (γενικά):
- πλένω
- waschen
2. πλένω (τα δόντια):
- πλένω
- putzen
3. πλένω (τα πιάτα):
- πλένω
- spülen
- πλένω
- abwaschen
II. πλένομαι VERB αυτοπ ρήμα
- πλένομαι
- sich waschen
πλένω VERB
- πλένομαι αυτοπ ρήμα
- sich waschen αυτοπ ρήμα
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.