στο λεξικό PONS
δημοτικ|ός <-ή, -ό> [ðimɔtiˈkɔs] ΕΠΊΘ
1. δημοτικός (σχετικός με το λαό):
- δημοτικός
- Volks-
- δημοτικό τραγούδι
- Volkslied ουδ
2. δημοτικός (σχετικός με το δήμο):
- δημοτικός
- Gemeinde-
- δημοτική αρχή
- Gemeindeverwaltung θηλ
- δημοτική βιβλιοθήκη
- Stadtbibliothek θηλ
- δημοτική επιχείρηση
- Gemeindebetrieb αρσ
- δημοτικό συμβούλιο
- Gemeinderat αρσ
- δημοτικό συμβούλιο
- Stadtrat αρσ
- δημοτικός σύμβουλος
- Gemeinderat αρσ (Gemeinderätin) θηλ
- δημοτικός σύμβουλος
- Stadtrat αρσ (Stadträtin) θηλ
- δημοτικοί φόροι
- Gemeindesteuern θηλ πλ
3. δημοτικός (της δημοτικής εκπαίδευσης):
- δημοτικός
- Grundschul-
- δημοτική εκπαίδευση
- Grundschulbildung θηλ
- δημοτικό σχολείο
- Grundschule θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- δημοτικός σύμβουλος
- Gemeinderat αρσ (Gemeinderätin) θηλ