στο λεξικό PONS
I. μαυρί|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [maˈvrizɔ] VERB μεταβ
1. μαυρίζω (κάνω μαύρο):
- μαυρίζω
- schwarz machen, schwärzen
- τα σύννεφα μαύρισαν τον ουρανό
- die Wolken haben den Himmel ganz dunkel gemacht
- αυτό μου μαύρισε την καρδιά
- das hat mich ganz traurig gemacht
2. μαυρίζω (ήλιος: το δέρμα):
- μαυρίζω
- bräunen
3. μαυρίζω μτφ (καταψηφίζω):
- μαυρίζω κάτοιον
- gegen jdn stimmen
II. μαυρί|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [maˈvrizɔ] VERB αμετάβ
1. μαυρίζω (γίνομαι μαύρος):
- μαυρίζω
- schwarz werden
- μαύρισε το μάτι μου
- ich konnte nicht mehr
- μαυρίζει το μάτι μου από την πείνα
- sterben vor Hunger
- μαύρισε η καρδιά μου
- ich wurde ganz traurig
2. μαυρίζω (γίνομαι σκούρος):
- μαυρίζω
- dunkel werden
- ο ουρανός μαύρισε
- der Himmel ist ganz dunkel geworden
3. μαυρίζω (από τον ήλιο):
- μαυρίζω
- braun werden
- δε μαύρισα καθόλου
- ich bin überhaupt nicht braun geworden
- μαυρίσατε;
- seid ihr braun geworden?
4. μαυρίζω (διακρίνομαι):
- μαυρίζω
- zu erkennen sein
- κάτι μαυρίζει εκεί πέρα
- dort hinten ist etwas zu erkennen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- μαυρίζω κάτοιον
- gegen jdn stimmen
- μαυρίζω/σκοτώνω κάποιον στο ξύλο/κάνω κάποιον μαύρο στο ξύλο
- jdn windelweich prügeln