στο λεξικό PONS
I. παραλύ|ω <-σα, -θηκα> [paraˈliɔ] VERB μεταβ
1. παραλύω ΙΑΤΡ:
- παραλύω
- lähmen
2. παραλύω μτφ (την κυκλοφορία):
- παραλύω
- lahmlegen
II. παραλύ|ω <-σα, -θηκα> [paraˈliɔ] VERB αμετάβ μτφ (οικονομία, κυκλοφορία)
- παραλύω
- zusammenbrechen
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.