στο λεξικό PONS
I. δεί|χνω <-ξα, -χτηκα, -γμένος> [ˈðixnɔ] VERB μεταβ
1. δείχνω (τείνω το δάχτυλο, φανερώνω):
- δείχνω
- zeigen
- για δείξε μου την καινούργια σου τσάντα
- zeig mir mal deine neue Tasche
- για δείξε λίγο
- zeig mal
- πρέπει να δείξουμε τα διαβατήριά μας;
- müssen wir unsere Pässe vorzeigen?
- δείξτε μου την ταυτότητά σας
- zeigen Sie mir Ihren Personalausweis
- αυτό δείχνει ότι δεν ήξερε αν …
- das zeigt, dass er nicht wusste, ob …
- όλα αυτά δείχνουν ότι …
- all das zeigt, dass …
- έδειξαν κατανόηση/μεγάλο ενδιαφέρον
- sie zeigten Verständnis/großes Interesse
- θα σου δείξω εγώ!
- ich werd's dir zeigen!
- θα το δείξει ο καιρός
- die Zeit wird es zeigen
2. δείχνω (τείνω το δάχτυλο):
- δείχνω
- zeigen
- μη δείχνεις έτσι τη γριά
- zeig nicht so auf die alte Frau
- με έδειξε με το δάχτυλο
- er zeigte mit dem Finger auf mich
- πού δείχνει ο αδερφός σου;
- wo zeigt dein Bruder hin?
3. δείχνω (μαρτυρώ):
- δείχνω
- verraten
- το πρόσωπό του έδειχνε λύπη
- sein Gesicht verriet Kummer
4. δείχνω (για όργανα: δηλώνω):
- δείχνω
- anzeigen
- αυτό το όργανο δείχνει την πίεση
- dieses Instrument zeigt den Druck an
II. δεί|χνω <-ξα, -χτηκα, -γμένος> [ˈðixnɔ] VERB αμετάβ
1. δείχνω (φαίνομαι):
- δείχνω
- aussehen
- δείχνεις στενοχωρημένος - τι συμβαίνει;
- du siehst besorgt aus - was ist los?
- δείχνει πέντε χρόνια μικρότερος
- er sieht fünf Jahre jünger aus
- δείχνεις να μην κοιμήθηκες αρκετά
- du siehst (so) aus, als hättest du nicht genug geschlafen
2. δείχνω (πέφτω στο μάτι):
- δείχνω
- auffallen
- γράψ' το με κόκκινο - έτσι δε δείχνει
- schreib es in Rot - so fällt es nicht auf
3. δείχνω (αφήνω κάποια εντύπωση):
- δείχνω
- wirken
- τη διακόσμηση πρέπει να την κάνουμε αλλιώς - έτσι δε δείχνει
- die Dekoration müssen wir anders machen - so wirkt sie nicht
δείχνω VERB
- δείχνω
- zeigen, aussehen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- δείχνω αχαριστία
- sich undankbar zeigen
- δείχνω ζήλο
- Eifer zeigen
- δείχνω μεταμέλεια
- Reue zeigen
- δείχνω μετάνοια
- Reue zeigen
- δείχνω αδιαφορία
- nicht darauf reagieren