στο λεξικό PONS
I. πνί|γω <-ξα, -γηκα, -γμένος> [ˈpniɣɔ] VERB μεταβ
1. πνίγω (με μαξιλάρι):
- πνίγω
- ersticken
2. πνίγω (στραγγαλίζω):
- πνίγω
- erwürgen
3. πνίγω (σε νερό):
- πνίγω
- ertränken
II. πνίγομαι VERB αυτοπ ρήμα
1. πνίγομαι (ασφυκτιώ):
- πνίγομαι
- ersticken
- πνίγομαι στη δουλειά
- umkommen vor Arbeit
- πνίγομαι στα χρέη
- bis über die Ohren in Schulden stecken
2. πνίγομαι (στο νερό):
- πνίγομαι
- ertrinken
3. πνίγομαι (τρώγοντας):
- πνίγομαι
- sich verschlucken
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.