στο λεξικό PONS
δι|ανέμω <-ένειμα, -ανεμήθηκα, -ανεμημένος> [ðiaˈnɛmɔ] VERB μεταβ
1. διανέμω (μοιράζω):
- διανέμω
- verteilen
2. διανέμω (γράμματα, δέματα):
- διανέμω
- austragen
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.