στο λεξικό PONS
I. αγριοκοιτά|ζω <-ξα, -χτηκα, -γμένος> [aɣriɔciˈtazɔ] VERB μεταβ (κάποιον, κάτι)
- αγριοκοιτάζω
- böse anschauen
II. αγριοκοιτά|ζω <-ξα, -χτηκα, -γμένος> [aɣriɔciˈtazɔ] VERB αμετάβ (έχω ορισμένο ύφος)
- αγριοκοιτάζω
- böse dreinblicken/dreinschauen
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.