στο λεξικό PONS
αντικείμενο [andiˈcimɛnɔ] SUBST ουδ
1. αντικείμενο (πράγμα):
- αντικείμενο
- Gegenstand αρσ
- αντικείμενο
- Objekt ουδ
- γίνομαι αντικείμενο κοροϊδίας
- zum Gegenstand des Gespötts werden
- γίνομαι αντικείμενο του πόθου
- ein Gegenstand der Begierde werden
- γίνομαι αντικείμενο εκμετάλλευσης
- ausgenutzt werden
- έγινε αντικείμενο σχολίων/παραπόνων
- über ihn/sie wird viel geredet/geklagt
- εξ αντικειμένου
- objektiv
- άγνωστο ιπτάμενο αντικείμενο
- unbekanntes Flugobjekt ουδ
- αντικείμενο πολυτελείας
- Luxusartikel αρσ
- αντικείμενο αξίας
- Wertgegenstand αρσ
- αντικείμενα ουδ πλ αξίας
- Wertsachen θηλ πλ
- αντικείμενο του εγκλήματος ΝΟΜ
- Corpus ουδ Delicti
2. αντικείμενο (θέμα: συζήτησης):
- αντικείμενο
- Gegenstand αρσ
- αντικείμενο διαπραγμάτευσης
- Verhandlungsgegenstand αρσ
- κύριο αντικείμενο
- Hauptgegenstand αρσ
- αντικείμενο δίκης ΝΟΜ
- Streitgegenstand αρσ
3. αντικείμενο ΓΛΩΣΣ:
- αντικείμενο
- Objekt ουδ
- άμεσο/έμμεσο αντικείμενο
- direktes/indirektes Objekt ουδ
αντικείμενο SUBST
- άνευ αντικειμένου
- gegenstandslos
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- αντικείμενο ουδ μίσθωσης
- Mietsache θηλ
- αντικείμενο ουδ απόσβεσης
- Abschreibungsobjekt ουδ
- πολύτιμο αντικείμενο
- Wertgegenstand αρσ
- κληρονομιαίο αντικείμενο
- Erbstück ουδ
- έμμεσο αντικείμενο ΓΛΩΣΣ
- indirektes Objekt ουδ