στο λεξικό PONS
χώρα [ˈxɔra] SUBST θηλ
1. χώρα (κράτος):
- χώρα
- Land ουδ
- χώρα-μέλος
- Mitgliedsland ουδ
- οι χώρες-μέλη της ΕΕ
- die EU-Mitgliedsländer ουδ πλ
- αναπτυσσόμενη χώρα
- Entwicklungsland ουδ
- ανταγωνιστικές χώρες
- Konkurrenzländer ουδ πλ
- αποδέκτρια χώρα
- Empfängerland ουδ
- βιομηχανική χώρα
- Industrieland ουδ
- βιομηχανική χώρα
- Industriestaat αρσ
- γεωργική χώρα
- Agrarland ουδ
- γεωργική χώρα
- Agrarstaat αρσ
- χώρα προέλευσης
- Herkunftsland ουδ
- χώρα προορισμού
- Bestimmungsland ουδ
- τρίτη χώρα
- Drittland ουδ
- η χώρα του ανατέλλοντος ηλίου
- das Land ουδ der aufgehenden Sonne
2. χώρα (τόπος):
- χώρα
- Ort αρσ
- λαβαίνω/λαμβάνω χώρα
- stattfinden
χώρα SUBST
- χώρα (νησιού) θηλ
- Hauptort αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- χώρα θηλ καταγωγής,
- Herkunftsland ουδ
- χώρα θηλ προέλευσης
- Herkunftsland ουδ
- χώρα θηλ προορισμού
- Bestimmungsland ουδ
- χώρα θηλ κατασκευής
- Herstellungsland ουδ
- χώρα θηλ εισαγωγής
- Einfuhrland ουδ