στο λεξικό PONS
I. δροσί|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [ðrɔˈsizɔ] VERB μεταβ
1. δροσίζω (κάνω φρέσκο):
- δροσίζω
- erfrischen
- το μπάνιο τον δρόσισε
- das Bad hat ihn erfrischt
2. δροσίζω (κάνω κρύο: ποτό κτλ):
- δροσίζω
- kühlen
II. δροσί|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [ðrɔˈsizɔ] VERB αμετάβ (για καιρό)
- δροσίζω
- kühl werden
- δρόσισε λίγο
- es ist etwas kühl geworden
III. δροσίζομαι VERB αυτοπ ρήμα
- δροσίζομαι
- sich erfrischen
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.