στο λεξικό PONS
δραματικ|ός <-ή, -ό> [ðramatiˈkɔs] ΕΠΊΘ
1. δραματικός και μτφ:
- δραματικός
- dramatisch
- δραματικό έργο
- Drama ουδ
- δραματικός συγγραφέας
- Dramatiker(in) αρσ (θηλ)
2. δραματικός (σχετιζόμενος με την ηθοποιία):
- δραματικός
- Schauspiel-
- δραματική σχολή
- Schauspielschule θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- δραματικός συγγραφέας
- Dramatiker(in) αρσ (θηλ)