στο λεξικό PONS
I. ένας (μία) [ή (μια)] [ˈɛnas, ˈmia/mɲa, ˈɛna] ΆΡΘ
- ένας (μία) [ή (μια)]
- ein, eine, ein
II. ένας (μία) [ή (μια)] [ˈɛnas, ˈmia/mɲa, ˈɛna] ΑΝΤΩΝ
- ένας (μία) [ή (μια)]
- einer, eine, eins
- στεκόταν ένας εκεί και περίμενε
- da stand einer und wartete
- είναι μία (η ώρα)
- es ist ein Uhr
- έμπαιναν ένας ένας
- sie traten einzeln ein
- κοίταζε ο ένας τον άλλον
- sie schauten sich gegenseitig an
- βοηθούσε ο ένας τον άλλον
- sie halfen sich gegenseitig
- (ο) ένας έρχεται, (ο) άλλος φεύγει
- der eine kommt, der andere geht
- ένας στους 10 ξέρει γερμανικά
- einer von 10 kann Deutsch
- του έδωσε μία στη μύτη
- er hat ihm eins auf die Nase gegeben
- του τίναξε μία κι έφυγε (του έδωσε χαστούκι)
- er scheuerte ihm eine und ging dann
- ένα και το αυτό
- ein und dasselbe
- τη μια λέει ναι, την άλλη όχι
- einmal sagt er ja, dann wieder nein
- μία/μια φορά
- einmal
- με μιάς
- auf einmal
- μια και είμαστε εδώ, ας πάρουμε μερικά λουλούδια μαζί μας
- wenn wir schon (mal) hier sind, können wir doch auch ein paar Blumen mitnehmen
ένας ΣΎΝΔ
- μια που ήρθαμε, ας πάρουμε και ένα κρασί
- wenn wir schon gekommen sind, können wir doch auch (gleich) einen Wein kaufen
- μια που είμαστε εδώ, ...
- wenn wir schon gerade da sind, ...
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- έμπαιναν ένας ένας
- sie traten einzeln ein
- ένας κουτσοδόντης
- einer mit Zahnlücken
- ένας μανιώδης
- ein Fanatiker αρσ
- ένας ασπρογένης
- ein Mann αρσ mit weißem Bart
- ούτε ένας
- kein Einziger