στο λεξικό PONS
I. νέ|ος <-α, -ο> [ˈnɛɔs] ΕΠΊΘ
1. νέος (μικρής ηλικίας):
- νέος
- jung
2. νέος (καινούργιος):
- νέος
- neu
- εκ νέου
- von neuem
II. νέ|ος <-α, -ο> [ˈnɛɔs] SUBST αρσ/θηλ
- νέος
- junger Mann αρσ
- νέος
- junge Frau θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- νέος μηνίσκος
- Mondsichel θηλ
- ο παλιός/νέος κόσμος
- die Αlte/Νeue Welt
- ναι μεν είναι νέος αλλά …
- er ist zwar jung, aber …
- ποιος θα φανταζόταν ότι έμελλε να πεθάνει τόσο νέος;
- wer hätte gedacht, dass er so früh sterben sollte?
- ο νέος κανονισμός αφορά μόνο τους κατοίκους αυτού του συνοικισμού
- die neue Regelung betrifft nur die Bewohner dieser Siedlung