στο λεξικό PONS
I. παρ|άγω <-ήγαγα, -ήχθην, -αγμένος> [paˈraɣɔ] VERB μεταβ
- παράγω
- produzieren
II. παράγωμαι VERB αυτοπ ρήμα ΓΛΩΣΣ
- αυτή η λέξη παράγεται από …
- dieses Wort ist von … abgeleitet
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.