στο λεξικό PONS
θυελλώδ|ης <-ης, -ες> [θiɛˈlɔðis] ΕΠΊΘ και μτφ
- θυελλώδης
- stürmisch
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- θυελλώδης καιρός
- stürmisches Wetter ουδ
Αναζήτηση στο λεξικό
- θρύβω
- θρυλικός
- θρύλος
- θρύμμα
- θρυμματίζω
- θυελλώδης
- θυλακικός
- θυλάκιο
- θυλακίτιδα
- θύλακος
- θύμα