στο λεξικό PONS
βούρκος [ˈvurkɔs] SUBST αρσ
1. βούρκος (λάσπη):
- βούρκος
- Schlamm αρσ
2. βούρκος μτφ:
- βούρκος
- Gosse θηλ
- πέφτω στο βούρκο
- in der Gosse landen/enden
- βγάζω κάποιον από το βούρκος
- jdn aus der Gosse ziehen/auflesen
- μεγάλωσε μέσα στο βούρκος
- er kommt aus der Gosse
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- μεγάλωσε μέσα στο βούρκος
- er kommt aus der Gosse
- βγάζω κάποιον από το βούρκος
- jdn aus der Gosse ziehen/auflesen