στο λεξικό PONS
μπλε [blɛ] ΕΠΊΘ αμετάβλ
- μπλε
- blau
- ανοιχτό μπλε
- hellblau
- σκούρο μπλε
- dunkelblau
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ανοιχτό μπλε
- hellblau
- σκούρο μπλε
- dunkelblau
- κόκκινο/μπλε λέιζερ
- roter/blauer Laser αρσ
- ανοιχτό μπλε/πράσινο
- hellblau/hellgrün
- έπιασε κι έβαψε όλο το σπίτι μπλε!
- er hat das ganze Haus blau gestrichen!