στο λεξικό PONS
ταξίδι [taˈksiði] SUBST ουδ
- ταξίδι
- Reise θηλ
- κάνω ένα ταξίδι
- eine Reise machen
- πάω ταξίδι
- verreisen/auf Reisen gehen
- έφυγε ταξίδι
- er/sie ist verreist
- λείπει (σε) ταξίδι
- er/sie ist verreist
- στο ταξίδι μας στην Ισπανία
- auf unserer Reise nach Spanien
- καλό ταξίδι!
- gute Reise!
- ταξίδι στο εξωτερικό
- Auslandsreise θηλ
- ταξίδι στο εξωτερικό
- Reise θηλ ins Ausland
- αεροπορικό ταξίδι
- Flugreise θηλ
- αναρρωτικό ταξίδι
- Erholungsreise θηλ
- διαστημικό ταξίδι
- Reise θηλ durch den Weltraum
- επαγγελματικό ταξίδι (ως υπάλληλος)
- Dienstreise θηλ
- επαγγελματικό ταξίδι (ως επαγγελματίας)
- Geschäftsreise θηλ
- ημερήσιο ταξίδι
- Tagesreise θηλ
- θαλασσινό ταξίδι
- Seereise θηλ
- οργανωμένο ταξίδι
- Pauschalreise θηλ
- παρθενικό ταξίδι
- Jungfernfahrt θηλ
- παρθενικό ταξίδι ΝΑΥΣ
- Jungfernfahrt θηλ
- έξοδα ουδ πλ ταξιδιού
- Reisekosten πλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- αεροπορικό ταξίδι
- Flugreise θηλ
- λείπει ταξίδι
- er ist verreist
- διαστημικό ταξίδι
- Reise θηλ durch den Weltraum
- ολιγοήμερο ταξίδι
- eine Reise von wenigen Tagen/eine wenige Tage dauernde Reise
- γαμήλιο ταξίδι
- Hochzeitsreise θηλ