στο λεξικό PONS
διαλέ|γω <-ξα, -χτηκα, -γμένος> [ðjaˈlɛɣɔ] VERB μεταβ
1. διαλέγω (αποφασίζω ποιο θα πάρω):
- διαλέγω
- aussuchen, auswählen
2. διαλέγω (βγάζω μέσα από άλλα):
- διαλέγω
- heraussuchen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- διαλέγω την αφρόκρεμα (τους καλύτερους)
- die Besten heraussuchen