στο λεξικό PONS
πολεμικ|ός <-ή, -ό> [pɔlɛmiˈkɔs] ΕΠΊΘ
1. πολεμικός ΣΤΡΑΤ:
- πολεμικός
- Kriegs-
2. πολεμικός ΟΙΚΟΝ:
- πολεμικός
- Rüstungs-
- πολεμική βιομηχανία
- Rüstungsindustrie θηλ
3. πολεμικός ΣΤΡΑΤ (αεροπλάνο κτλ):
- πολεμικός
- Kampf-
- πολεμικό ελικόπτερο
- Kampfhubschrauber αρσ
4. πολεμικός (φιλοπόλεμος):
- πολεμικός
- kriegerisch
5. πολεμικός (ύφος, λόγος):
- πολεμικός
- polemisch
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.