στο λεξικό PONS
I. μαύρ|ος <-η, -ο> [ˈmavrɔs] ΕΠΊΘ
1. μαύρος (και καφές, χιούμορ):
- μαύρος
- schwarz
- μαύρος σαν το κάρβουνο
- rabenschwarz
- μαύρος σαν έβενος
- schwarz wie Ebenholz
- τα βλέπω όλα μαύρα
- alles durch die schwarze Brille sehen
- ντυμένος στα μαύρα
- in Schwarz gekleidet, ganz in Schwarz
- χύνω μαύρα δάκρυα
- bittere Tränen vergießen
- κάνω τη ζωή κάποιου μαύρη
- jdm das Leben zur Hölle machen
- έχει τα μαύρα του τα χάλια (είναι άρρωστος)
- er ist schwer krank
- είμαστε στο μαύρο (χρηματικά)
- wir sind in den schwarzen Zahlen
- μαύρη αγορά
- Schwarzmarkt αρσ
- η μαύρη αλήθεια
- die traurige Wahrheit θηλ
- μαύρη απελπισία
- tiefe Verzweiflung θηλ
- η μαύρη ήπειρος
- der Schwarze Kontinent αρσ
- μαύρο κουτί ΤΕΧΝΟΛ
- Blackbox θηλ
- μαύροι κύκλοι αρσ πλ γύρω από τα μάτια
- Augenringe αρσ πλ
- μαύρη κωμωδία
- schwarze Komödie θηλ
- μαύρη λίστα
- schwarze Liste θηλ
- μαύρο πρόβατο
- schwarzes Schaf ουδ
- μαύρη τρύπα ΦΥΣ
- Schwarzes Loch ουδ
- μαύρη χήρα ΖΩΟΛ
- Schwarze Witwe θηλ
- μαύρο χιούμορ αμετάβλ
- schwarzer Humor αρσ
- μαύρο ψωμί
- Schwarzbrot ουδ
2. μαύρος (από τον ήλιο):
- μαύρος
- braun
- γύρισαν μαύροι
- sie sind ganz braun zurückgekommen
3. μαύρος (κρασί):
- μαύρος
- rot
- μαύρο κρασί
- Rotwein αρσ
II. μαύρ|ος <-η, -ο> [ˈmavrɔs] SUBST αρσ/θηλ
- μαύρος
- Schwarze(r) mf
μαύρος ΕΠΊΘ
- μια μαύρη μέρα μτφ
- ein schwarzer Tag
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- μαύρος βακαλάος
- Seelachs αρσ
- μαύρος τραγοπώγων
- Schwarzwurzel θηλ
- μαύρος σαν το κάρβουνο
- rabenschwarz
- ο μαύρος χρυσός
- das schwarze Gold ουδ
- μαύρος σαν έβενος
- schwarz wie Ebenholz