στο λεξικό PONS
υπογραφή [ipɔɣraˈfi] SUBST θηλ
- υπογραφή
- Unterschrift θηλ
- ηλεκτρονική υπογραφή
- elektronische Signatur θηλ
- εξουσιοδότηση θηλ υπογραφής
- Unterschriftsvollmacht θηλ
- εξουσιοδότηση θηλ υπογραφής
- Zeichnungsvollmacht θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ηλεκτρονική υπογραφή
- elektronische Signatur θηλ
- υπογραφή θηλ εν λευκώ
- Blankounterschrift θηλ
- το έγγραφο δε φέρει υπογραφή
- das Formular hat keine Unterschrift
- αυτή η υπογραφή είναι ανεπικύρωτη ακόμα
- die Echtheit/Authentizität dieser Unterschrift ist noch nicht nachgewiesen