στο λεξικό PONS
τσαλακώ|νω <-σα, -θηκα, -μένος> [tsalaˈkɔnɔ] VERB μεταβ
1. τσαλακώνω (ύφασμα):
- τσαλακώνω
- zerknittern
2. τσαλακώνω (πιο γερή ύλη):
- τσαλακώνω
- zerknautschen
3. τσαλακώνω μτφ (εξευτελίζω):
- τσαλακώνω
- fertigmachen
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.