στο λεξικό PONS
οχληρ|ός <-ή, -ό> [ɔxliˈrɔs] ΕΠΊΘ
- οχληρός
- lästig
- μαζικό οχληρό μήνυμα Η/Υ
- Spam αρσ
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.
Αναζήτηση στο λεξικό
- Όφυς
- οχ
- οχαδερφισμός
- οχετός
- όχημα
- οχληρός
- όχληση
- οχλοβοή
- οχλοκρατία
- όχλος
- οχλώ