στο λεξικό PONS
χωρίς [xɔˈris] PREP
- χωρίς
- ohne
- χωρίς τη ζάχαρη
- ohne den Zucker
- θα το κάνω χωρίς να τους ειδοποιήσω
- ich werde es tun, ohne ihnen Bescheid zu sagen
- το έκανε χωρίς καν να μας ρωτήσει
- er/sie hat es getan, ohne uns überhaupt gefragt zu haben
- χωρίς αμφιβολία
- zweifellos
- χωρίς άλλο
- unbedingt
- χωρίς ενδοιασμούς
- bedenkenlos
- χωρίς πρόβλημα
- problemlos, ohne Probleme
- χωρίς προθεσμία
- fristlos
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- χωρίς χαρά, χωρίς χαρές
- freudlos
- χωρίς απασχόληση
- beschäftigungslos
- χωρίς παράθυρα
- ohne Fenster
- χωρίς κέρδη
- ertraglos, ohne Gewinn
- χωρίς πρόβλημα
- problemlos, ohne Probleme