στο λεξικό PONS
χέλι [ˈçɛli] SUBST ουδ
- χέλι
- Aal αρσ
- γλιστρώ σαν χέλι
- aalglatt sein
- ελίσσομαι σαν χέλι και μτφ
- sich winden wie ein Aal
- ηλεκτροφόρο χέλι
- Zitteraal αρσ
- ευρωπαϊκό/μικρό χέλι
- europäischer Aal αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ηλεκτροφόρο χέλι
- Zitteraal αρσ
- ελίσσομαι σαν χέλι και μτφ
- sich winden wie ein Aal
- γλιστρώ σαν χέλι
- aalglatt sein
- ευρωπαϊκό/μικρό χέλι
- europäischer Aal αρσ