στο λεξικό PONS
νόθ|ος <-α, -ο> [ˈnɔθɔs] ΕΠΊΘ
1. νόθος (για παιδί):
- νόθος
- unehelich, nichtehelich
2. νόθος (ψεύτικος):
- νόθος
- unecht
3. νόθος (ζώο):
- είμαι νόθος
- ein Mischling sein
4. νόθος (φυτό):
- είμαι νόθος
- eine Kreuzung sein
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- είμαι νόθος
- ein Mischling sein