στο λεξικό PONS
I. ταρά|ζω <-ξα, -χτηκα, -γμένος> [taˈrazɔ] VERB μεταβ
1. ταράζω (το νου):
- ταράζω
- verwirren
2. ταράζω (ενοχλώ: ύπνο):
- ταράζω
- stören
3. ταράζω (συγκλονίζω):
- ταράζω
- erschüttern
4. ταράζω (αναστατώνω ψυχικά):
- ταράζω
- aufwühlen
II. ταράζομαι VERB αυτοπ ρήμα
- ταράζομαι
- sich aufregen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ταράζω την ηρεμία κάποιου
- jds Ruhe stören