στο λεξικό PONS
I. φουσκώ|νω <-σα, -μένος> [fusˈkɔnɔ] VERB μεταβ
1. φουσκώνω (μπαλόνι):
- φουσκώνω
- aufblasen
- τα φουσκώνω (υπερβάλλω)
- alles aufbauschen
2. φουσκώνω (σαμπρέλα):
- φουσκώνω
- aufpumpen
3. φουσκώνω (στομάχι, έντερα):
- φουσκώνω
- aufblähen
4. φουσκώνω (ο αέρας τα πανιά):
- φουσκώνω
- blähen
II. φουσκώ|νω <-σα, -μένος> [fusˈkɔnɔ] VERB αμετάβ
1. φουσκώνω (διογκώνομαι):
- φουσκώνω
- anschwellen
2. φουσκώνω μτφ (κάνω τον καμπόσο):
- φουσκώνω
- sich aufblähen
3. φουσκώνω (γάλα):
- φουσκώνω
- überkochen
4. φουσκώνω (ζυμάρι):
- φουσκώνω
- aufgehen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- τα φουσκώνω (υπερβάλλω)
- alles aufbauschen
- φουσκώνω σαν (το) παγόνι
- sich aufblähen