στο λεξικό PONS
βιά|ζομαι <-στηκα> [ˈvjazɔmɛ] VERB αυτοπ ρήμα
1. βιάζομαι (έχω βιασύνη):
- βιάζομαι
- es eilig haben
- βιάζεσαι;
- hast du es eilig?
2. βιάζομαι (κάνω γρήγορα):
- βιάζομαι
- sich beeilen
- βιάσου!
- beeil dich!
- δεν είναι ανάγκη να βιαζόμαστε
- wir brauchen uns nicht zu beeilen
- πρέπει να βιαστούμε
- wir müssen uns beeilen
- όποιος βιάζεται σκοντάφτει παροιμ
- eile mit Weile
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.