στο λεξικό PONS
βούρτσα [ˈvurtsa] SUBST θηλ
1. βούρτσα (για καθάρισμα):
- βούρτσα
- Bürste θηλ
- βούρτσα μπάνιου
- Badebürste θηλ
- βούρτσα πιάτων (λόλα)
- Spülbürste θηλ
- βούρτσα πλάτης
- Rückenbürste θηλ
- στρογγυλή βούρτσα (μαλλιών)
- Rundbürste θηλ
- βούρτσα χαλιού
- Teppichbürste θηλ
- βουρτσάκι ουδ καθαρίσματος
- Reinigungsbürste θηλ
- βουρτσάκι ουδ μάσκαρας
- Mascarabürstchen ουδ
- βουρτσάκι ουδ για τα φρύδια
- Brauenbürstchen ουδ
2. βούρτσα (πινέλο):
- βούρτσα
- Pinsel αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- βούρτσα πλάτης
- Rückenbürste θηλ
- στρογγυλή βούρτσα (μαλλιών)
- Rundbürste θηλ
- βούρτσα χαλιού
- Teppichbürste θηλ
- βούρτσα μπάνιου
- Badebürste θηλ
- βούρτσα θηλ του κέρλινγκ
- Curling-Besen αρσ