στο λεξικό PONS
- erledigt
- τελειωμένος
- fertig
- τελειωμένος
- abgeschlossen
- ολοκληρωμένος, τελειωμένος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.
Αναζήτηση στο λεξικό
- τελάλης
- τελάρο
- τέλεια
- τελεία
- τελειοποίηση
- τελειωμένος
- τελειώνω
- τελείως
- τελειωτικός
- τέλεξ
- τελεολογία