στο λεξικό PONS
I. αισθητικ|ός <-ή, -ό> [ɛsθitiˈkɔs] ΕΠΊΘ
- αισθητικός
- ästhetisch
- αισθητική χειρουργική
- Schönheitschirurgie θηλ
II. αισθητικ|ός [ɛsθitiˈkɔs] SUBST mf (επάγγελμα)
- αισθητικός
- Kosmetiker(in) αρσ (θηλ)
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.