στο λεξικό PONS
μόνιμ|ος <-η, -ο> [ˈmɔnimɔs] ΕΠΊΘ
1. μόνιμος (που μένει σταθερός, αμετάβλητος):
- μόνιμος
- dauerhaft
2. μόνιμος (που επαναλαμβάνεται συνεχώς: έξοδα κτλ):
- μόνιμος
- ständig
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- μόνιμος υπάλληλος
- Festangestellte(r) mf
- μόνιμος ανταποκριτής
- ständiger Korrespondent αρσ
- μόνιμος επενδυτής
- Daueranleger αρσ
- μόνιμος εργάτης
- festangestellter Arbeiter αρσ
- διαρκής/μόνιμος μαγνήτης
- Permanentmagnet αρσ