στο λεξικό PONS
αναρριχ|ώμαι <-ήθηκα, -ημένος> [anariˈxɔmɛ] VERB αυτοπ ρήμα
1. αναρριχώμαι (σκαρφαλώνω):
- αναρριχώμαι σε
- hochklettern an +δοτ
2. αναρριχώμαι μτφ (ανέρχομαι σταδιακά):
- αναρριχώμαι
- sich hocharbeiten
- αναρριχώμενο φυτό
- Kletterpflanze θηλ
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.