στο λεξικό PONS
I. χρεώ|νω <-σα, -θηκα, -μένος> [xrɛˈɔnɔ] VERB μεταβ (λογαριασμό)
- χρεώνω με
- belasten mit
II. χρεώνομαι VERB αυτοπ ρήμα
1. χρεώνομαι (λογαριασμός):
- χρεώνομαι με
- belastet werden mit
2. χρεώνομαι (κάνω χρέη):
- χρεώνομαι
- Schulden machen
χρεώνω VERB
- χρεώνω
- berechnen
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.