στο λεξικό PONS
I. προσαρμό|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [prɔsarˈmɔzɔ] VERB μεταβ
1. προσαρμόζω (εξάρτημα: εφαρμόζω):
- προσαρμόζω σε
- anbringen an +δοτ
2. προσαρμόζω (συμμορφώνω):
- προσαρμόζω σε
- anpassen an +αιτ
II. προσαρμόζομαι VERB αυτοπ ρήμα
- προσαρμόζομαι σε κάτι
- sich einer Sache anpassen
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.