στο λεξικό PONS
I. αδυνατί|ζω <-σα, -ισμένος> [aðinaˈtizɔ] VERB αμετάβ
1. αδυνατίζω (χάνω βάρος):
- αδυνατίζω
- abnehmen
2. αδυνατίζω (χάνω δύναμη):
- αδυνατίζω
- schwächer werden
II. αδυνατί|ζω <-σα, -ισμένος> [aðinaˈtizɔ] VERB μεταβ (κάνω αδύναμο)
- αδυνατίζω
- schwächen
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.