στο λεξικό PONS
φασαρία [fasaˈria] SUBST θηλ
1. φασαρία (θόρυβος):
- φασαρία
- Krach αρσ
- φασαρία
- Lärm αρσ
- μην κάνετε τόση φασαρία!
- macht nicht so einen Krach/Lärm!
- πάμε αλλού, εδώ κάνει πολλή φασαρία
- gehen wir woandershin, hier ist es zu laut
2. φασαρία (αναστάτωση):
- φασαρία
- Aufregung θηλ
- γιατί όλη αυτή η φασαρία;
- wozu die (ganze) Aufregung?
- τόση φασαρία για το τίποτα
- so viel Lärm um nichts
3. φασαρία (καβγάς):
- φασαρία
- Streit αρσ
- ζητάει φασαρία
- er/sie sucht Streit
4. φασαρία (μπελάς):
- φασαρία
- Ärger αρσ
- έχει φασαρίες με …
- er hat Ärger mit …
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ζητάει φασαρία
- er/sie sucht Streit
- ζητάς φασαρία;
- suchst du Ärger?
- μην κάνετε τόση φασαρία!
- macht nicht so einen Krach/Lärm!
- σταματήστε τη φασαρία
- hört mit dem Lärm auf
- τόση φασαρία για το τίποτα!
- so viel Lärm um nichts!