στο λεξικό PONS
ανεπιθύμητ|ος <-η, -ο> [anɛpiˈθimitɔs] ΕΠΊΘ
- ανεπιθύμητος
- unerwünscht
- ανεπιθύμητο πρόσωπο ΝΟΜ
- Persona θηλ ingrata
- ανεπιθύμητο πρόσωπο ΝΟΜ
- Persona θηλ non grata
- ανεπιθύμητο πρόσωπο ΝΟΜ
- unerwünschte Person θηλ
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.