στο λεξικό PONS
ορατ|ός <-ή, -ό> [ɔraˈtɔs] ΕΠΊΘ
- ορατός
- sichtbar
- ορατός δια γυμνού οφθαλμού/με γυμνό μάτι
- mit nacktem Auge sichtbar
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ορατός δια γυμνού οφθαλμού/με γυμνό μάτι
- mit nacktem Auge sichtbar