στο λεξικό PONS
- τραβιέμαι από
- sich zurückziehen aus/von
- τραβιέμαι πίσω (κάνω ένα δυο βήματα προς τα πίσω)
- zurückweichen
- τραβιέμαι στην άκρη/στο πλάι
- zur Seite weichen
- verrutschen
- γλιστρώ, τραβιέμαι
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.